η είσοδος του κέντρου με τα επιπλα tv

Κάποια στιγμή α­νέβηκε στην εξέδρα κάποιος από τους επισήμους. Το πλήθος έ­στρεψε την προσοχή του προς τα εκεί. Ήταν η κατάλληλη στιγ­μή για να γλιστρήσουν στην είσοδο του κέντρου με τα επιπλα tv. Το κορίτσι ά­νοιξε την πόρτα με τρεμάμενα χέρια και την έσπρωξε όσο χρει­αζόταν για να μπει στη σκοτεινιά του χώρου. Έριξε έ­να βλέμμα τριγύρω, μα όλοι ήταν απασχολημένοι να χειροκρο­τούν τον επίσημο. Το μάτι του έπιασε για μια φευγαλέα στιγμή τον πίνακα που εικόνιζε τα επιπλα κρητη με το σχέδιο στο ένα χέ­ρι, έτοιμα να τα περιστρέψει, και ένα κουδούνι σε έναν  άλλο, στα σαλονια του πρέσβη για την εορταστική είσοδο στο 2000. Με­τά τον ρούφηξε το σκοτάδι.
Όταν βρέθηκαν πίσω από την πόρτα,  έψαξε στο σάκο που κουβαλούσε και έβγαλε τους δύο μικρούς φακούς. Τους άναψαν. Απέτρεψε την να κλείσει την εξώπορτα. Είχε προ­σέξει ότι δεν υπήρχε πόμολο ή λαβή στο πίσω μέρος. Έψαξε για λίγο στο γύρω χώρο. Η σκόνη στα επιπλα tv ήταν δύο δάχτυλα.

Η σωστή θέση του επιπλου στον χώρο

Αυτό ανταποκρίνεται πλήρως με τη θέση του επιπλου στον χώρο. Το τσεκάρισα. Η υπόθεση μας είναι εκατό τοις εκατό σωστή. Το μυστικό ήταν καλά φυλαγμένο, αλλά τώρα πια το ρόδο ανοίγει τα πέταλα του. Αποκαλύπτεται.
«Τι να πω… Χαίρομαι όσο κι εσύ. Μπράβο, φίλε μου! Ήταν μια βραδιά συγκινήσεων, ιδίως για σένα, αλλά άξιζε τον κόπο. Το ραντεβού μας για το σπίτι με τα επιπλα  ισχύει; Μήπως προτι­μάς να ξεκουραστείς;»
«Μετά από αυτό το απίστευτο βράδυ, πιστεύετε ότι θα κάνω διάλειμμα; Μόνο μερικές ώρες ύπνο χρειάζομαι. Που ακριβώς εί­ναι το ραντεβού μας; Ωραία. Καληνύχτα. Και πάλι ευχαριστώ».
Όση ώρα  μιλούσε ,  φρόντιζε το τραύμα του στο τριχωτό της κεφαλής. Δεν ήταν τόσο σοβαρό. Το σκίσιμο ήταν μεγάλο αλλά όχι βαθύ. Έτσι θα γλίτω­νε τα ράμματα. Του καθάρισε τα αίματα και έβαλε αντισηπτικό στην πληγή. Την κάλυψε με αποστειρωμένες γάζες και την έδε­σε με επίδεσμο. Ταυτόχρονα είχε στήσει αφτί στη συνομιλία  άκουσε τα πάντα για τα επιπλα κι όταν τελείωσαν, δεν ήξερε τι να πρω-τορωτήσει.

τα αποτελέσματα για τα επιπλα λαμια

«Η λαβή από το εργαλείο περίσσευε, αλλά ήταν προτιμότερο από το να περιφέρεται στους δρόμους με ένα ξύλο στον ώμο, σαν γεωργός ή σαν εργάτης.
Οι δύο νέοι έφυγαν από το σπίτι του , ο οποίος ευχήθηκε  καλή τύχη. Θα επικοινωνούσαν την επομένη για τα αποτελέσματα για τα  επιπλα λαμια. Πήγαν για φαγητό σ’ ένα φτηνό εστιατόριο. Δεν ήπιε γουλιά αλκοόλ για να παραμείνει διαυγής.
Κοντά στα μεσάνυχτα σηκώθηκαν και πλήρωσαν το λογαριασμό. Η νύχτα ήταν παγερή, αλλά ο ουρανός είχε σχεδόν καθαρί­σει. Ένα φεγγάρι είχε κάνει δειλά την εμφάνιση του πίσω από μουντά σύννεφα. Συνόδεψε  μέχρι τη γέφυρα  και την έβαλε σ’ ένα ταξί για το σπίτι της. Τον αποχαιρέτη­σε μ’ ένα φιλί, αλλά παρέμενε σκυθρωπή, όπως όλο το βράδυ. Εί­χε ένα άσχημο προαίσθημα και προσπαθούσε επίμονα να το α­ποκρύψει, για να μην του το μεταδώσει.
Όταν έμεινε μόνος του, τράβηξε για τα επιπλα κοντά στη γέφυρα. Ήθελε ν’ αφήσει κι άλλο χρόνο να κυλήσει, ούτως ώστε να ερημώσουν ακόμα περισσότερο οι δρόμοι.

Οι προτάσεις για τα χρώματα στους καναπεδες

«Ήταν όμορφα αλλά και δύσκολα εκείνα τα χρόνια στο Παρίσι. Την εποχή εκείνη τα επιπλα θεωρούνταν αγαθό, δώρο Θεού. Με τον μεγάλο  είχαμε μια ιδιαίτερα στενή σχέση. Καταλαβαίναμε ο ένας τον άλλο με μια ματιά. Μας συνέδεε ένας κοινός τρόπος σκέ­ψης, παρά τις επιμέρους διαφορές των χαρακτήρων μας. Στην πραγματικότητα αυτός με έμπασε στην παρέα. Όταν βρισκόμουν στο τελευταίο πανεπιστημιακό έτος, βρήκαμε εκείνες τις προτάσεις για τα χρώματα στους καναπεδες σε ένα χαρτί μέσα σε  ένα φτηνιάρικο βιβλίο. Ήταν η σπίθα που πυρο­δότησε το φιτίλι της νεανικής μας φαντασίας. Στην αρχή έμοιαζε με παιχνίδι. Όταν χωρίσαμε, εγκαταλείποντας τη Γαλλία ο καθέ­νας για τη χώρα του, είχε γίνει σχεδόν πάθος. Κρατήσαμε επαφή και ανταλλάσσαμε απόψεις και θεωρίες στην προσπάθεια μας, τη ρομαντική προσπάθεια οφείλω να ομολογήσω, να εξιχνιάσουμε το μυστήριο  από το οποίο προέρχονταν τα φύλλα, και που σήμερα, όπως και τότε, ονομάζεται συλλογή από σχέδια για μπουφεδες. Οι προσεγ­γίσεις μας, βέβαια, ήταν διαφορετικές. Δε θα σε κουράσω με λε­πτομέρειες των επιμέρους ερευνών, αλλά όσα έμαθες  είναι λίγο πολύ αλήθεια. Μετά από τρεις καναπεδες σαν αυτόν του παλιού εργοστασίου, μπορώ να το πω με βεβαιό­τητα

Οι συνθεσεις και η παρουσία πίσω από τα σαλονια

Το μπαρ δεν ήταν τί­ποτα το σπουδαίο, αλλά οι συνθεσεις και η  παλιά ροκ μουσική που ξεχυνόταν α­πό τα ηχεία θύμισε  τραγούδια που είχαν σημαδέψει τα φοιτητικά του χρόνια. Ο χώρος ήταν σχετικά μικρός. Δεν είχε έρθει ακόμα. Διάλεξε μια γωνιά και κάθισε σ’ ένα ψη­λό ξύλινο σκαμπό. Σε λίγο μια πανύψηλη ξανθιά κοπέλα ήρθε να του πάρει παραγγελία.
Είχε καπνίσει το τρίτο του τσιγάρο στη σειρά, όταν αισθάνθηκε μια παρουσία πίσω από τα σαλονια. Στράφηκε και είδε μια απαστράπτουσα  να του χαμογελάει. Φορούσε ένα μαύρο κολλητό στο λε­πτό κορμί της φόρεμα, που κατέληγε σε πτυχώσεις στη μία πλευ­ρά. Τα μαύρα και στιλπνά μαλλιά της παιχνίδιζαν ελεύθερα στο ύφος των αφτιών της. Είχε κάνει διακριτικό βάψιμο, που κατά­φερνε να τονίζει το ήδη έντονο και διαπεραστικό βλέμμα των ό­μορφων ματιών. Ένα ζευγάρι μαύρες γόβες και ένα ασημένιο σταυρουδάκι στον  λαιμό της συμπλήρωναν τη νυ­χτερινή της εμφάνιση. Την κοίταζε πάνω από τα με μάτια που γυάλιζαν, χω­ρίς να ξέρει αν αυτό που μαγνήτιζε το βλέμμα του ήταν η ομορ­φιά του απλού ή η απλότητα του όμορφου. Πάντα του άρεσαν οι γυναίκες που το ντύσιμο τους δεν επισκίαζε το φυσικό τους κάλ­λος. Έκανε δυο βήματα για να την προϋπαντήσει.

Η σχέση του δένδρου ανάμεσα στα επιπλα του χώρου υποδοχής

Ανέβηκε στο δωμάτιο του και ξάπλωσε στο ευρύχωρο κρεβατι, όχι τόσο για να κοιμηθεί, μα για να βάλει τις σκέψεις του σχετικά με τα επιπλα σε κάποια τάξη. Δεν είχε καλά καλά προλάβει να ξαπλώσει όταν χτύ­πησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε απορημένος. Ήταν από τη ρεσε­ψιόν. Υπήρχε ένα μήνυμα γι’ αυτόν. Δεν ήξεραν να του πουν από ποιον. Δεν είχε αφήσει όνομα. Σηκώθηκε δύσθυμος και κατέβη­κε στο γυαλιστερό γκισέ, όπου ο υπάλληλος του έδωσε ένα δι­πλωμένο χαρτάκι. Το άνοιξε και διάβασε: «Ακολούθησε τον μπουφε από απόσταση. Μη ρωτήσεις τίποτα. επιπλα tv». Κοίταξε γύρω του, αλλά το φουαγιέ του ξενοδοχείου δε φιλοξενούσε πα­ρά μια εντυπωσιακά μαυρισμένη από το σολάριουμ Ιταλίδα, η ο­ποία αδιαφορούσε για την απονενοημένη προσπάθεια του μι­κρού της γιου να σκαρφαλώσει στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, που έλαμπε ανάμεσα στα επιπλα στο κέντρο του χώρου υποδοχής. Ρώτησε  ποιος έφερε το μήνυμα, μα δεν μπόρεσε να τον διαφω­τίσει καθώς δεν το παρέλαβε αυτός. Επέστρεψε ατό δωμάτιο, πή­ρε την καμπαρντίνα του και βγήκε από την περιστρεφόμενη πόρ­τα  στο πεζοδρόμιο.

Πολύχρωμος ήλιος τα ουράνια λαμπαδίαζει

Κατέβηκε μέ­χρι την πλατεία στην . Κοίταξε κάτω το πέλαγος, αγκαλιασμένο με την κόκ­κινη πέτρα. Το λουλακί του ουρανού είχε πάρει να ροδίζει. Θυ­μήθηκε τα λόγια του ποιητή: «Κι ο ήλιος, μισός, στη θάλασσα, στα ουράνια λαμπαδιάζει – όπως το πορτοκάλι μες στη φούχτα σου, πολύχρωμα επιπλα, νεα γνωση…». Τον είχε γνωρίσει τον ποιητή. Μεγάλο τον έλεγε. Ήταν φίλος του φίλου του. Φίλος και συναγωνιστής. Δυο τρεις φορές εί­χαν καθίσει στο μικρό μπαλκονάκι το σούρουπο, εκεί που ορθώ­νεται τώρα ο ανδριάντας του και ατενίζει τη θάλασσα κατά τη με­ριά της δύσης. Δε χαμογελούσε, μόνο σε κοίταζε μ’ εκείνα τα διαπεραστικά μάτια, σαν να ήθελε να μπει στην ψυχή σου να φωλιάσει. Δε θυμόταν πολλά πράγματα από αυτόν. Μόνο μια φορά που του είχε πει μ’ εκείνη τη φωνή του Διός που τον έκανε να ανατριχιάζει: « θα κατέβεις πολλές φορές στην εταιρια. Σ’ όλη σου τη ζωή θα κατεβαίνεις. Μα μην προσδοκάς γνωση. Είναι ένα με το σκοτάδι. Τα κλιμακωτά σκαλιά να προσδοκάς, που σε βγάζουν στο λιοπύρι και στην πράσινη μέρα». Δεν είχε καταλάβει τότε τι του έλεγε, μα το κράτησε μέσα του για να βρει απαντήσεις.

Μια ψυχή για τα στολίδια με νεα γνωση

Δεν είχα όρεξη για αντιδικίες. Δεν είπα τίποτα. Τα επιπλα μου όμως είχαν μαυρίσει ακόμη μία φορά.
Την άλλη μέρα στη δουλειά σκέφτηκα για πρώτη φορά την αρχικη ιδεα  από τότε που επέστρεψα. Χάιδεψα με τη μνήμη μου το ωραίο πρόσωπο του και ξαφνικά μελαγχόλησα. Τα οχηματα προ των πυλών, ο κόσμος φαινόταν χαρούμενος, όμως εμένα δε με άγγιζε τίποτα, ούτε το στολισμένο γραφείο μου ούτε το designersστολισμένο σπίτι μου ούτε η στολισμένη Αθήνα. Μπορούν τα στολίδια να σου δώσουν χαρά όταν είναι ψεύτικα; Ίσως να μπορούν, όταν υπάρχουν αληθινά στολίδια στην ψυχή σου. Και σε μένα, απ’ ό,τι φαινόταν, απουσίαζαν. Τι έφταιγε πάλι; παιχνιδια; σετ κρεβατοκάμαρας; Χωρίς να το θέλω, άνοιξα την τσάντα μου και ξέθαψα από το πορτοφόλι μου το καταχωνιασμένο βαθιά σημείωμα με τα τηλεφωνά του. Αλήθεια, γιατί δεν το είχα πετάξει; Το κοίταξα προσεκτικά και μια γλυκιά πνοή φύσηξε μέσα μου. Αποφασιστικά σχημάτισα το νούμερο. Είχα ανάγκη να ακούσω μια καλή κουβέντα. Ο φωτισμοσ στα επιπλα ήταν κατάλληλος για την περίσταση, τα υποστρωματα της σκέψης ήταν παρόντα, δεν πάω πουθενά χωρίς την όποια γνωση για το τι θα γίνει.

Επιπλα στο Εξωτερικό

Από τα λεγόμενα μιας φίλης: “Τις τελευταίες μέρες σκέφτομαι να ξενιτευτούμε. Οι εκπαιδευτικοί μπορούμε να διδάξουμε σε ξένες χώρες σε ελληνικά σχολειά ή τμήματα μητρικής γλωσσάς μέχρι και πέντε χρόνια. Συγκεντρώνω πληροφορίες τον τελευταίο καιρό από συναδέλφους αποσπασμένους έξω και το συζητάω με τον άντρα μου. Αυτός δεν θέλει, αλλά θα μαζέψω όλες τις πληροφορίες που χρειάζομαι και θα το ξανασυζητήσουμε. Η διαδικασία είναι ως εξής: το Νοέμβριο γίνονται αιτήσεις δηλώνοντας μέχρι δέκα χώρες,την άνοιξη δίνουν εξετάσεις στη γλώσσα(της χώρας που θες ή σε αγγλικά), εγώ δεν θα δώσω γιατί έχω proficiency και παίρνω το βαθμό από αυτό και μετά βγαίνουν πίνακες κατάταξης. Αν μετάνιωσες κάνεις ανάκληση, διαφορετικά το καλοκαίρι βγαίνουν οι αποσπάσεις και φεύγεις. Πάλι αν έχεις αλλάξει γνώμη ,απλά δεν πηγαίνεις και σε βγάζουν από τον πίνακα για δυο χρόνια. Μέχρι εδώ δηλ δεν είναι δεσμευτική η διαδικασία. Τα υπέρ:αν είσαι σε ευρωπαϊκή χώρα ταξιδεύεις πολύ πιο εύκολα σε ένα σωρό χώρες και με μικρο κόστος, μεγάλα σπίτια με μεγάλα δωμάτια, έχεις φθηνά επιπλα, γνωρίζεις πολλά καινούρια πράγματα,τα παιδιά μαθαίνουν μια τουλάχιστον ξένη γλώσσα πολύ πιο εύκολα,ο μισθός της Ελλάδας μένει στην άκρη και ζεις με το επιμίσθιο του εξωτερικού, ξύλα, υφάσματα, παντού. Τα κατά: σε κάποιες χώρες το κόστος ζωής είναι υψηλό, σαλονια, καναπεδες, πολύπλοκοι, δεν ξέρω αν θα βρει δουλειά ο άντρας μου,σε κάποιες χώρες θα πρέπει να μάθω κι εγώ τη γλώσσα τους ,γυρνώντας θα βρεθώ χωρίς οργανική που σημαίνει ότι θα πάω σε σχολείο μέχρι και 50 χλμ μακριά.”

Ταινία

Η ταινία, μέσα από τη σκηνοθεσία και το
σενάριο του Ρένου Χαραλαμπίδη και την εκπληκτική
του ικανότητα να αποδώσει την εικόνα της
καλοκαιρινής και άδειας Αθήνας μέσα από μια άψογη
φωτογραφία, και σε συνδυασμό με τους χαρακτήρες
που τους ερμηνεύει ένα ταλαντούχο κάστινγκ, συνθέτει
ένα υπέροχο μωσαϊκό εικόνων, χαρακτήρων, ήχων…
Ένα μωσαϊκό από «καφέδες, μποξέρ, χορευτές, τυχαία
αγγίγματα, βρισιές, τρυφερούς παρανόμους, στοές,
συναντήσεις, κραυγές, επιπλα, σιωπές, χωρισμούς, λόγια,
λόγια, λόγια…».
Πέρα από τη σκηνοθεσία, το σενάριο, τη
φωτογραφία και τις ερμηνείες θα σταθώ λίγο
περισσότερο και στην μουσική που ντύνει την ταινία.
Τραγούδια όπως το «Summertime in Prague» και το
«Λευκό μου Γιασεμί», αλλά και τα ορχηστικά όπως το
«Φτηνά Τσιγάρα», γραμμένα από τον Παναγιώτη
Καλαντζόπουλο και ερμηνευμένα από την σαγηνευτική
φωνή της Έλλης Πασπαλά, πασπαλίζουν στην ήδη
μαγική ατμόσφαιρα αρκετή ακόμα αστερόσκονη.
Και κλείνοντας, έχω να προσθέσω πως αυτές
οι στιγμές που συλλέγει ο ήρωας είναι που γεμίζουν τη
ζωή μας και που δίνουν νόημα στην μεγάλη μας
Βικτωριανή Ευρώπη. Χωρίς αυτές θα είχαμε μια ζωή τριών
δευτερολέπτων, όσο και η μνήμη του χρυσόψαρου.
Άλλωστε το λέει και ο Νίκος με τον τρόπο του. «Έτσι
και αλλιώς τα πράγματα θα κυλήσουν όπως θέλουν
αυτά. Η ζωή ξέρει και εγώ την εμπιστεύομαι. Είμαι από
αυτούς που πάντα κάπνιζαν φτηνά τσιγάρα και πάντα
έλεγχαν τις τιμές στα προϊόντα».